
Ξύπνησες χαράματα λουσμένος στον υδρώτα
που τον ένιωθες σαν κρύο αίμα λίγο πριν πήξει,
έντρομος μπήκες στο μπάνιο να ξεπληθείς,να εξυλεωθείς.
Ηρέμησε,δε θα μπορούσες να το κάνεις,όνειρο ήταν.
Δεν είσαι τόσο θαρραλέος,
δεν έχεις τα κότσια,είσαι σχεδόν άνανδρος.
Κοιμήσου.
Ξύπνησες πάλι αγκομαχώντας,κάτι ηλιακτίδες
μάταια πάλευαν να διαπεράσουν την κουρτίνα.
Σηκώθηκες σαστισμένος για να τις δίωξεις μια και καλή.
Έχασες τα βήματα σου και έπεσες πάλι στο κρεββάτι.
Σε τρόμαξε αυτή η σκοταδογραφία στον τοίχο.
Πήρες εμβριακή στάση
και σκεπάστηκες με το πέπλο της άπνοιας του δωματίου.
Ηρέμησε,η σκιά σου είναι.
"Απέθαντη είναι;" μουρμούρησες.
Δεν μπορείς ρε σου λέω,
ακόμα και στους εφιάλτες σου ξανάρχεται
αδήριτα ολοζώντανη κάθε φορά που πας να το κάνεις,
αναδύεται μέσα από μια καιόμενη λίμνη φωτιάς.
Ξανά και ξανά...
Μάταια δεν προσπαθείς;Δεν κουράστηκες ρε παλιοεγωιστή;
Εκεί είναι πάντα,άτρωτη,επιβιώνει ακόμα και σε νεκρή γη,
γιατί,παραδέξου το,εσύ τη θες εκεί.
Σαν δαίμονας να χορεύει αχόρταγα στα σκοτάδια σου,
να σου ψιθυρίζει ξέπνοα στο αυτί,ενώ τα χέρια σου πιέζουν τον ψηλό της λαιμό:"φόβος".
Τον δικό σου,γιατί αυτή δεν έχει.
Κι ας την σκοτώνεις κάθε φορά.
Τη βασίλισσα του θανάτου!
Χα!Τραγική ειρωνία.Είσαι γελοίος.
Κοίτα να τα βρεις με την πάρτη σου πρώτα.
Και,Όχι,δεν μπορείς να γυρίσεις το χρόνο πίσω,ούτε καν στα όνειρά σου.
Είσαι υπεύθυνος των πράξεών σου.
Έλα,ξύπνα τώρα,μεσημέριασε.Πιές λίγο καφέ.
Μην ελπίζεις,όλα ίδια έμειναν.
Σαν να μην έγινε το χθες,το αύριο το ξέρεις.
Καλημέρα λοιπόν,σε αφήνω στη στημμένη σου θλίψη.
Αυτή πάντα θα σε ικτήρει
και θα σε κοιτάζει σαν πληγωμένο και φταίκτη ικέτη.
Ίσως όχι πάντα,ίσως αύριο να της είσαι απλά αδιάφορος;
Εσύ επιλέγεις ποιό είναι χειρότερο.
Το ξέρεις πως έχει δίκιο
κι εγώ ξέρω πως είσαι μια ανέλπιδη σκιά,
μέσα στον αέναο φαύλο κύκλο σου.
Κοίτα τον μακρινό ουρανό,προσπάθησε να τον φέρεις πιο κοντά.
Κοίταξε κατάμματα την ωμή αλήθεια της ζωής σου και...
ξεκόλλα μαλάκα!






