Saturday, May 19, 2007

Αδήριτη πραγματικότητα


Ξύπνησες χαράματα λουσμένος στον υδρώτα
που τον ένιωθες σαν κρύο αίμα λίγο πριν πήξει,
έντρομος μπήκες στο μπάνιο να ξεπληθείς,να εξυλεωθείς.
Ηρέμησε,δε θα μπορούσες να το κάνεις,όνειρο ήταν.
Δεν είσαι τόσο θαρραλέος,
δεν έχεις τα κότσια,είσαι σχεδόν άνανδρος.

Κοιμήσου.

Ξύπνησες πάλι αγκομαχώντας,κάτι ηλιακτίδες
μάταια πάλευαν να διαπεράσουν την κουρτίνα.
Σηκώθηκες σαστισμένος για να τις δίωξεις μια και καλή.
Έχασες τα βήματα σου και έπεσες πάλι στο κρεββάτι.
Σε τρόμαξε αυτή η σκοταδογραφία στον τοίχο.
Πήρες εμβριακή στάση
και σκεπάστηκες με το πέπλο της άπνοιας του δωματίου.
Ηρέμησε,η σκιά σου είναι.
"Απέθαντη είναι;" μουρμούρησες.
Δεν μπορείς ρε σου λέω,
ακόμα και στους εφιάλτες σου ξανάρχεται
αδήριτα ολοζώντανη κάθε φορά που πας να το κάνεις,
αναδύεται μέσα από μια καιόμενη λίμνη φωτιάς.
Ξανά και ξανά...

Μάταια δεν προσπαθείς;Δεν κουράστηκες ρε παλιοεγωιστή;
Εκεί είναι πάντα,άτρωτη,επιβιώνει ακόμα και σε νεκρή γη,
γιατί,παραδέξου το,εσύ τη θες εκεί.
Σαν δαίμονας να χορεύει αχόρταγα στα σκοτάδια σου,
να σου ψιθυρίζει ξέπνοα στο αυτί,ενώ τα χέρια σου πιέζουν τον ψηλό της λαιμό:"φόβος".
Τον δικό σου,γιατί αυτή δεν έχει.
Κι ας την σκοτώνεις κάθε φορά.
Τη βασίλισσα του θανάτου!
Χα!Τραγική ειρωνία.Είσαι γελοίος.
Κοίτα να τα βρεις με την πάρτη σου πρώτα.
Και,Όχι,δεν μπορείς να γυρίσεις το χρόνο πίσω,ούτε καν στα όνειρά σου.
Είσαι υπεύθυνος των πράξεών σου.

Έλα,ξύπνα τώρα,μεσημέριασε.Πιές λίγο καφέ.
Μην ελπίζεις,όλα ίδια έμειναν.
Σαν να μην έγινε το χθες,το αύριο το ξέρεις.

Καλημέρα λοιπόν,σε αφήνω στη στημμένη σου θλίψη.
Αυτή πάντα θα σε ικτήρει
και θα σε κοιτάζει σαν πληγωμένο και φταίκτη ικέτη.
Ίσως όχι πάντα,ίσως αύριο να της είσαι απλά αδιάφορος;
Εσύ επιλέγεις ποιό είναι χειρότερο.
Το ξέρεις πως έχει δίκιο
κι εγώ ξέρω πως είσαι μια ανέλπιδη σκιά,
μέσα στον αέναο φαύλο κύκλο σου.

Κοίτα τον μακρινό ουρανό,προσπάθησε να τον φέρεις πιο κοντά.
Κοίταξε κατάμματα την ωμή αλήθεια της ζωής σου και...
ξεκόλλα μαλάκα!

Saturday, May 5, 2007

Αξημέρωτη ανάγκη

Γιατί ήρθες;
Δεν ξέρω αν ήθελα να σε ξαναδώ.
Τι θες από τη δική μου μοναξιά.
Άσε με τώρα.
Θα σε ξαναβρώ εγώ.
Θα μου λείψεις.
Θα μου ξαναλείψεις.
Άσε με.
Θα έρθω.
Τα λέμε.
Πρέπει να ξυπνήσω τώρα.

Tashmine Archer-In your care




Melancholy-Iced Earth


Wednesday, May 2, 2007

Για ποιό ταξίδι μου μιλάς ;


Νίκος Zούδιαρης - Τραγούδια και αφηγήματα, ένα βιβλίο και η μουσική του

«Το να καταλαβαίνεις είναι ο μόνος τρόπος να πηγαίνεις μπροστά. Το να πηγαίνεις μπροστά είναι σαν να ονειρεύεσαι».

"Ο δρόμος για τη χώρα που δεν υπάρχει, όπου περιδιαβαίνουν όλα όσα υπάρχουν κι όλοι οι πόθοι βγαίνουν αληθινοί.
Μια περιπέτεια απόψεων και αισθήσεων, από μια νύχτα χωρίς σελήνη μέχρι την αφρισμένη Ερυθρά ανοιχτά της Τιχάμα.
Από το Λιβυκό μέχρι την πλατεΐτσα Ιερού Λόχου, την μικρότερη της γης.
Από εκεί που χάνεται το βλέμμα έως το τελευταίο κύτταρο μιας σκέψης.
Ενα ταξίδι από τα μάτια έως τα χέρια..."

Με τους : Μανώλη Λιδάκη σε 3 τραγούδια, τον Παύλο Παυλίδη σε 1, την Nicky Mac Kinnon σε 1, τον Νίκο Ζούδιαρη σε 3 και 1 εισαγωγικό θέμα.
Ζωγραφιές : Στάθης Σταυρόπουλος


Απόσπασμα από το "Πανσέληνος"

..."Ανήσυχος,παραμέρησα σε μια γωνιά να μη φαίνομαι.Η κοπέλα έκανε να φύγει.Το αγόρι προσπάθησε να τη συγκρατήσει πιάνοντάς την από το μπράτσο.Τον απώθησε βίαια και έτρξε.Έτρεξε ξοπίσω της,την άρπαξε γερά από τη μέση και με τα δυο του χέρια την έσφιξε πάνω του.Τον χτυπούσε όπως μπορούσε και τον έσπρωχνε να την αφήσει."Δε σου ανήκω.Δε σ'αγαπώ".Τη σήκωσε στον αέρα να την ακινητοπιήσει."Σ'αγαπώ...Σε παρακαλώ...Άκουσέ με...".Αλαφιασμένος,επιχείρησε με το ζόρι να τη φιλήσει στο στόμα.Αντιστεκόταν με όλη της τη θέληση,τραβώντας πεισματικά το πρόσωπό της από το δικό του,μέχρι που έσπασε εξαντλημένη σε κλάματα."Με πονάς!Άφησέ με!".Έντρομος,συνειδητοποίησε ότι έγινε αφόρητος και σταμάτησε αμέσως.Την ακούμπησε προσεκτικά στα πόδια της.Την κοίταξε καλά να τη χορτάσει για τελευταία φορά,τη χάιδεψε τρυφερά στα μαλλιά,σαν να την αποχαιρετούσε,και πήρε τα χέρια του από πάνω της.Λίγες στιγμές μετά,μέσα στα αναφιλητά της,είχε στρίψει στον πρώτο δρόμο.

'Εμεινε σύξυλος να κοιτάζει προς τη μεριά που χάθηκε.Πέθανε ή περίμενε;Μάταια φύσαγε ο αέρας.Μάταια πέρναγε η ώρα.Κουρέλι,κατέρρευσε σε ένα πεζούλι και κουλουριάστηκε σαν έμβρυο.Δεν ήταν...Δεν υπήρχε...Κι ήρθαν ψιχάλες...Οι δρόμοι γυάλισανΚι ήρθε κρύα βροχή κι αυτός,ασάλευτος,εκεί!Φοβήθηκα.Μόλις που αποφάσιζα να πλησιάσω,τρεχαλητό ακούστηκε στο πλακόστρωτο.Κοντοστάθηκα.Τον έψαχνε σαν τρελή,φωνάζοντας απεγνωσμένα το όνομά του.Τον είδε κι έπεσε πάνω του.Ζωντάνεψε!Αγκαλιάστηκαν τόσο δυνατά,μα τόσο δυνατά,που...

΄Εφυγα γρήγορα να τους αφήσω στην ησυχία τους.Είχαν πολλά δάκρυα να ξοδέψουν.Υπήρξαν θύματα και από τις δύο μεριές.
Ο φωτισμός άλλαξε.Άλλαξαν και οι σκιές.Ενστικτωδώς σήκωσα το βλέμμα μου.Από μια τρύπα στα σύνεφα περνούσε η πανσέληνος.

...Αυτός φοβήθηκε,και οι δύο τρόμαξαν,κανείς δεν κατάλαβε,τίποτα δεν εξηγήθηκε,μόνο κλονίστηκαν και αγαπήθηκαν αλλιώτικα.Έπεσε βροχή στην έρημο,το νερό την άμμο ξύπνησε,γιατί εκείνη νόμισε..."